Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23 Δεκ 2008

Ο Λούλι το παγόβουνο

Ένα από τα πολύ αγαπημένα μου βιβλία, που τυχαία ανακάλυψα καθώς περίμενα την σειρά μου σε ένα ιατρείο. Μάλιστα θυμάμαι το ραντεβού ήταν στις έξι το απόγευμα και εγώ μπήκα στις δώδεκα τη νύχτα!!! Όμως βρήκα τον Λούλι και πολλά υπέροχα λευκώματα που φιλοξενούσε ο γιατρός στη βιβλιοθήκη του.
Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι για παιδιά και νέους αν και το έχει αγαπήσει και η κόρη μου που είναι τριών γιατί έχει υπέροχες εικόνες. Θα το χαρακτήριζα την πιο ταξιδιάρικη ιστορία που έχω διαβάσει!

"Ψηλά στο Βορρά οπού βασιλεύει πάντα η παγωνιά, ζει ένα νεαρό παγόβουνο, που το λένε Λούλι και περιμένει με λαχτάρα να αποκοπεί από τα παγοκάλυμμα της Γροιλανδίας.

Ο Λούλι έχει πολλούς φίλους στην Αρκτική, μεταξύ άλλων τη Φάλαινα της Γροιλανδίας και τον Πουφίνο με την αστεία μουρίτσα. Αλλά η καλύτερη φίλη του είναι η Κίκι, η Αρκτική Στέρνα.

Ο Λούλι τρελαίνεται να ακούει τις περιπέτειες της Κίκι, που ταξιδεύει στον Νότιο Πόλο, όπου μένουν οι Γέροντες, οι αιώνιοι Πάγοι. Ιδιαίτερα του αρέσουν οι ιστορίες της για τους παιχνιδιάρηδες Πιγκουίνους. Πόσο θα ήθελε κι αυτός , να γνωρίσει τους μυστηριώδεις αυτούς Πιγκουίνους και να μάθει περισσότερα για τους σοφούς Γέροντες!


Μια μέρα η επιθυμία του Λούλι γίνεται πραγματικότητα. Νεογέννητο παγόβουνο πια, μπορεί τώρα να αρχίσει το ταξίδι του στην Ανταρκτική. Οι φίλοι του του δίνουν μια σπρωξιά και ξεκινάει.
Στο δρόμο θα συναντήσει κινδύνους, αλλά θα τον βοηθήσουν πολύ καινούργιοι φίλοι, καθώς θα επιμένει στη δύσκολη πορεία για να εκπληρώσει το όνειρό του".

Μία ιστορία που αγγίζει τις καρδιές μικρών και μεγάλων σαν πολύτιμη σταγόνα ελπίδας ένα έργο τέχνης και φαντασίας. Η εικονογράφηση είναι εξαιρετική αν και φωτογραφίες που παρουσιάζω εδώ την αδικούν πολύ.

Στο πίσω μέρος του βιβλίου υπάρχει ένα λεπτομερές λεξιλόγιο για να καταλάβουμε τον κόσμο του Λούλι, τον κόσμο της στεριάς , της θάλασσας και του ουρανού. Επίσης παρακινεί τους αναγνώστες να βρουν τους φίλους του Λούλι που είναι κρυμμένοι στις εικόνες και να ψάξουν στο χάρτη τους ανέμους και τα ρεύματα που βοήθησαν το Λούλι να φτάσει στην Ανταρκτική.


Λούλι το παγόβουνο" της Πριγκίπισσας Χισάκο του Τακαμάντο
Εικονογράφηση: Βαραμπέ Άσκα
Εκδόσεις: Σύγχρονοι Ορίζοντες

12 Δεκ 2008

Η Παπλωματού και η απληστία

Το δώρο της Παπλωματούς είναι ένα υπέροχο παραμύθι για τα παιδιά αλλά και για τους μεγάλους και πολύ επίκαιρο. Μιλάει για την απληστία βασικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης κοινωνίας μας και αιτία πολλών κακών. Κατά καιρούς βγαίνουν διάφορα σκάνδαλα στην επικαιρότητα όμως υπάρχουν και πολλά άλλα που δεν τα μαθαίνουμε ποτέ. Καθημερινά οι ανίσχυροι πολίτες πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης από συμπολίτες τους που εκμεταλλεύονται τη θέση τους για να εκβιάσουν και να καρπωθούν χρήματα ως αντάλλαγμα για τη δουλειά που είναι υποχρεωμένοι να κάνουν και γι' αυτό πληρώνονται από τα ίδια τους τα "θύματα" από όλους εμάς. Όλοι έχουμε ζήσει τέτοιες εμπειρίες ή έχουμε δικούς μας ανθρώπους που έχουν περάσει από αυτή τη ψυχαναγκαστική δοκιμασία. Όλοι εκτός από τους πολιτικούς!!!!!! Το κακό είναι ότι η διαφθορά αγγίζει και τους πολύ ευαίσθητους χώρους της υγείας, της δικαιοσύνης, της ασφάλειας. . . και παντού πρωταγωνιστεί η απληστία. Θέλουμε όλο και περισσότερα, κι άλλα λεφτά, πολλά λεφτά για να αποκτήσουμε ότι ονειρευόμαστε για να μας σέβονται και να μας υπολογίζουν για να μας έχουν ανάγκη για να γίνουμε ευτυχισμένοι. Μάταια όμως, η ευτυχία δεν συνοδεύει το φουσκωτό πορτοφόλι ειδικά όταν έχει γεμίσει με τον πόνο, την αγανάκτηση, το θυμό των "δωρητών".
Η συγκεκριμένη ιστορία μιλάει για μία παπλωματού "που ζούσε κάπου ψηλά στα βουνά τα σκεπασμένα με γαλάζια ομίχλη, ράβοντας όλη μέρα τα παπλώματά της. Από τις πιο μεγάλες πολιτείες, έως τα πιο μικρά χωριά είχε φτάσει η φήμη ότι τα παπλώματα εκείνης της γυναίκας είχαν πάνω τους τα πιο όμορφα χρώματα που μπορούσε ανθρώπινο μάτι να θαυμάσει.

Τα γαλάζια λες και ερχόντουσαν κατευθείαν από τα βάθη των ωκεανών, τα λευκά από τα απάτητα χιόνια του παγωμένου βορρά, τα πράσινα και τα πορφυρά από τα πιο σπάνια αγριολούλουδα, τα κόκκινα, τα πορτοκαλιά και τα ροζ από τα πιο εξαίσια ηλιοβασιλέματα." Όμως δε τα πουλούσε, τα χάριζε σε όποιον τα είχε ανάγκη. Κατέβαινε τις νύχτες στην κοντινή πολιτεία και σκέπαζε με τα ζεστά της παπλώματα τα ξυλιασμένα κορμιά όσων πλαγιάζαν στα σκαλοπάτια των σπιτιών.
Εκεί κοντά ζούσε και ένας πλούσιος και άπληστος βασιλιάς που ό,τι λαχταρούσε περισσότερο ήταν να του κάνουνε διάφορα δώρα. Υποχρέωνε τους πολίτες να του προσφέρουν συνέχεια δώρα και πάλι δε του φτάνανε και έβαλε τους στρατιώτες του να ψάξουν αν υπήρχε κάποιος στο βασίλειο που δεν του είχε προσφέρει δώρο. Έτσι έμαθε για την Παπλωματού.
Τη βρήκε και της ζήτησε ένα από τα παπλώματά της, όμως εκείνη αρνήθηκε γιατί τα παπλώματά της ήταν μόνο γι' αυτούς που τα είχαν ανάγκη. "Χάρισε πρώτα όσα έχεις μαζέψει μέχρι τώρα και εγώ θα φτιάξω ένα πάπλωμα για χάρη σου". Ο βασιλιάς θύμωσε και διέταξε τους στρατιώτες του να συλλάβουν τη γυναίκα, να την οδηγήσουν σε ένα άλλο βουνό και να την δέσουν πάνω σε ένα βράχο όπου εκεί δίπλα κοιμόταν μία αρκούδα. 'Όταν ξύπνησε η αρκούδα αντί να τη σκοτώσει έσπασε τις αλυσίδες και την κάλεσε στη σπηλιά της να περάσουν τη νύχτα μαζί γιατί η γυναίκα της έφτιαξε ένα μαξιλάρι με το σάλι της και πευκοβελόνες για να μην κοιμάται κατάχαμα.
Ο βασιλιάς που η καρδιά του δεν ήταν και τόσο σκληρή σκεπτόταν την καημένη γυναίκα και δεν μπορούσε να κλείσει μάτι έτσι ξύπνησε τους στρατιώτες του και ξεκίνησαν για το βουνό. Όταν είδε την Παπλωματού να παίρνει το πρωινό της μαζί με την αρκούδα ξέχασε τη συμπόνια του και διέταξε να την αφήσουν σε ένα νησί τόσο δα μικρό ώστε με δυσκολία θα μπορούσε να σταθεί στο ένα της πόδι, στη μέση μιας λίμνης. Ένα σπουργίτι όμως που προσπαθούσε να περάσει απέναντι ξεκουράστηκε στον ώμο της και του έφτιαξε ένα ζεστό παλτουδάκι από το βυσσινί γιλέκο της για να μην τρέμει από το κρύο.
"Σε λίγη ώρα ο ουρανός γέμισε από ένα σμήνος σπουργίτια. Χιλιάδες ράμφη σήκωσαν την παπλωματού και την μετέφεραν στην όχθη της λίμνης" Και πάλι ο βασιλιάς μετάνιωσε και πήγε να την σώσει. Όταν έφτασε εκεί με τους στρατιώτες του την είδε να κάθεται σ' ένα κλαδί κάποιου δέντρου και να φτιάχνει μικροσκοπικά παλτουδάκια για τα σπουργίτια. "Λοιπόν τα παρατάω" φώναξε. " Πες μου τι θες να κάνω για να μου δώσεις το πάπλωμα". "Θα πρέπει όπως σου έχω πει να χαρίσεις όλα όσα έχεις μαζέψει και με κάθε δώρο που αποχωρίζεσαι, εγώ θα μεγαλώνω κατά ένα περισσότερο κομμάτι
το πάπλωμά σου". "Μα πως μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο λατρεύω το κάθε τι που έχω μαζέψει!". "Ναι αλλά αν κανένα από αυτά δε σε κάνει ευτυχισμένο, τότε τι όφελος να τα έχεις;"
Έτσι άρχισε να χαρίζει ξεκινώντας από τα αντικείμενα που θα του έλειπαν λιγότερο. Κάθε φορά όμως που χάριζε κάτι έδινε χαρά και με βιασύνη έμπαινε στο παλάτι για να διαλέξει κάτι ακόμα, όμως δεν είχε χαμογελάσει ακόμα. Όταν έβγαλε στο δρόμο τον εξαίσιο τροχό με τα αληθινά άλογα τα παιδιά άρχισαν να φωνάζουν ευχαριστημένα και όλοι να χορεύουν. Ένα παιδάκι τον έσυρε και εκείνον στο χορό και τότε ο βασιλιάς δεν χαμογέλασε απλώς, έσκασε στα γέλια. "Μα πως έγινε αυτό; Πως έγινε και νιώθω τόσο όμορφα την ώρα που μοιράζω τους θησαυρούς μου; Για φέρτε τα όλα έξω! Αμέσως!"
Έτσι μοίραζε ότι είχε μαζέψει και όταν δεν υπήρχε άνθρωπος που δεν είχε πάρει ένα βασιλικό δώρο στη χώρα του, ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο μοιράζοντας τους θησαυρούς του και η παπλωματού δε σταματούσε να ράβει ώσπου ένα πρωί, κάποιο σπουργίτι κατακουρασμένο ήρθε και κούρνιασε στην άκρη της βελόνας και εκείνη
κατάλαβε πως είχε έρθει η ώρα. Βιάστηκε να βάλει την τελευταία βελονιά στο πάπλωμα κι ύστερα κατηφόρισε το βουνό για να συναντήσει το βασιλιά. Όταν τον συνάντησε είδε πως τα ρούχα του ήταν κουρελιασμένα μα μέσα στα μάτια του λαμπύριζε η χαρά. Έβγαλε το πάπλωμα από το σάκο της και το ξετύλιξε. Ήταν τόσο όμορφο που πεταλούδες και εξωτικά πουλιά φτερούγιζαν γύρω του.
"Τι είναι τούτο εδώ" φώναξε ο βασιλιάς. "Όπως σου είχα υποσχεθεί θα σου έδινα ένα πάπλωμα όταν πια εσύ θα ήσουν πάμπτωχος"του είπε. "Μα δεν είμαι φτωχός" της είπε. "Μπορεί έτσι να με δείχνουν τα ρούχα μου, άλλα η καρδιά μου είναι γεμάτη με πολύτιμες αναμνήσεις από τη χαρά που πρόσφερα στους άλλους. Ευτυχία έδινα και ευτυχία έχω πάρει. Νομίζω πως τώρα είμαι ο πιο πλούσιος άνθρωπος πάνω στη γη"
"Όπως και να 'ναι" είπε η παπλωματού "εγώ αυτό το πάπλωμα το έφτιαξα μόνο για σένα".

Αποσπάσματα από "Το δώρο της Παπλωματούς" του Τζεφ Μπριμπό εκδ. Άγκυρα